Ἑλληνόφρων

Ἑλληνό-φρων, ονος, , ,
A with Greek tastes, Dam.Isid.108.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἑλληνόφρων — with Greek tastes masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλληνοφρόνων — Ἑλληνόφρων with Greek tastes masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλληνόφρονα — Ἑλληνόφρων with Greek tastes masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλληνόφρονος — Ἑλληνόφρων with Greek tastes masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελληνόφρονας — ο (AM ἑλληνόφρων) νεοελλ. αυτός που συμπαθεί τους Έλληνες και υποστηρίζει τα συμφέροντα και την πολιτική τους αρχ. μσν. ειδωλολάτρης αρχ. ο αναθρεμμένος σύμφωνα με την ελληνική παιδεία …   Dictionary of Greek

  • φρην — η / φρήν, ενός, ΝΜΑ, και δωρ. τ. φράν Α (λόγιος τ.) 1. συν. στον πληθ. οι φρένες και αἱ φρένες ο νους, ο εγκέφαλος, η διάνοια, το μυαλό, το λογικό 2. φρ. «έξω φρενών» εκτός τού λογικού νεοελλ. φρ. α) «είμαι [ή γίνομαι] έξω φρενών» (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.